Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2010

... σιωπώ μιλώντας



... Νιώθω παράξενα...

Μόλις ήρθε ο άντρας μου και μαζί με το έτοιμο φαγητό (εφόσον έλειπα) μου έφερε και την εικόνα του Αγίου Νικολάου του καραβιού "SEA DUENDE"!

Μου την χάρισε ο καπετάνιος, ο κύριος Μπάμπης, "... για να την σώσω απ' τα παλιοσίδερα..."

Ήταν η απάντησή του στην ερώτησή μου, τότε, με το τσουρέκι, που του είπα να "σώσει" ενθύμια απ' το καράβι και κυρίως τον Άι - Νικόλα..."

"Θα στον δώσω..." μου είχε πει.
"Μα δεν μπορώ να κρατήσω για δική μου μια εικόνα με τόση ιστορία, τόσες θάλασσες, τόσα ταξίδια, τόσες προσευχές Ελλήνων Χριστιανών... Θα την πάω σε μια εκκλησία!" του είχα πει τότε.

(Μιλάμε ότι αυτή τη στιγμή έχω παραλύσει... Δεν είναι απ' την κούραση... Με το ζόρι πατάω τα γράμματα.)

Είχα περάσει απ' τα Χάνια χθες, όταν του τηλεφώνησα για να του πω, πως πάω εκτάκτως στο χωριό, εφόσον βρήκα αγροτικό και θα γύριζα σήμερα, δηλαδή απόψε, που θα είχαμε και εξελίξεις.

"Φεύγουμε απόψε!" μου είπε και στεναχωρέθηκα τόσο πολύ, που ήδη βρισκόμουνα μακριά.

"Τώρα πληρωνόμαστε ένας ένας, τα παιδιά παίρνουν και το εισητήριό τους για την πατρίδα και νύχτα φεύγουμε."

"Το καράβι μου;"
"Ήρθε ριμουλκό να το πάει στην Τουρκία για παλιοσίδερα..."
"Γιατί;"
"Το νέο αφεντικό δικό του είναι, για παλιοσίδερα το πάει! Εμείς πρέπει να κατέβουμε απ' το καράβι απόψε... κ.λ.π."
"Κι ο Άι Νικόλας; Μη τον ξεχάσεις! Μη τον αφήσεις εκεί..."
"Θα σου τον στείλω με έναν γνωστό στο περίπτερο... κ.λ.π."
"Μα, πρέπει να τον πάω σε μια Εκκλησία!"
"Να τον κρατήσεις σπίτι σου, στο εικόνισμά σου!" μου είπε.

Δεν ξέρω τι θα κάνω. Εκείνος θα μου πει. Θα βρει τον τρόπο...
Ξέρω ότι έχω παραλύσει απ' τη στιγμή που τον έχω κοντά μου!

Ο καπετάνιος είναι ήδη στην Αθήνα, αλλά ακόμα δεν μιλήσαμε για σήμερα.

Ευχαριστώ, καπετάνιε!
Αύριο θα τα πούμε.

Τα παιδιά εδώ και μια ώρα είναι στο αεροδρόμιο!
Εν μέρει χαρούμενα, εφόσον δεν πήραν όλα τους τα λεφτά.

ΚΑΛΟ ΤΑΞΙΔΙ, παιδιά!

Με το καλό να βρείτε τις οικογένειές σας!

"Ο Θεός είναι Μεγάλος!" όπως κι αν τον λένε!

Υγ. Όχι, δεν ξέχασα το καράβι μου εκεί στα χιόνια. Απλά έπαιξα μαζί τους για να μην σκέφτομαι.

Το έλεγα κι απόψε στην παρέα που γυρίζαμε.

"Στο Βόλο με περιμένει ο Άγιος Νικόλαος!" τους είπα μόλις μου είπαν ότι η εκκλησία στην Πορταριά είναι του Αγίου Νικολάου κι εγώ το είχα ξεχάσει.

Γυρίζοντας σπίτι όμως, δεν Τον βρήκα...
Ήρθε μετά.

Βαρύ το "Φορτίο", καπετάνιε!

Τα ξαναλέμε...

Χρειάζομαι ύπνο.

Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2010

ΥΠΟΜΟΝΗ!

Υπομονή, παιδιά, ως το Σάββατο!
Δυστυχώς, δεν έχει μείνει τίποτ' άλλο, πέρα απ' αυτήν!
Κουράγιο!
Η σκέψη μου κοντά σας, αλλά δεν φτάνει!
Τι να λέω από δω;

Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2010

Κάποια λόγια, πάλι!

Όχι χθες, ούτε προχθές, παραπροχθές, ο καπετάνιος μου έστειλε μήνυμα ότι είδε αυτό μου το αφιέρωμα και μ' ευχαριστούσε μαζί με το πλήρωμά του.
Εγώ "Ευχαριστώ", παιδιά, για το ταξίδι!

Όχι χθες, προχθές, βρήκα στο περίπτερο τον Απτάλα.
Τα είπαμε στα πεταχτά, μ' ένα ζεστό τσαγάκι, να δεις πως τό 'πε! "Τσάι κλωνάρι!"

Τον ρώτησα για το μπλογκ, αν το είδαν.
"Ναι, ναι, σ' ευχαριστώ όλοι! Είδαμε, όλα! Κι εκεί!"
Αγκαλιές, φιλιά, ικανοιποίση ψυχική!
Η πιο ακριβή πληρωμή!

Όχι, χθες, αλλά σήμερα, ήρθε ο καπετάνιος.
Δεν ταιριάζανε οι ώρες μας και τα είπαμε τηλεφωνικώς.
"Τι να γράψω; Τι λένε οι εξελίξεις;"
"Τίποτα ακόμα. Γράψε μόνο πως τις Θερμοπύλες καλά κρατεί, το πλήρωμα!"

Το έγραψα, καπετάνιε!

Σήμερα, όχι τώρα το βράδυ, αλλά το μεσημέρι, μου τηλεφώνησε ο άντρας μου. Ήτανε χαρούμενος και μου μαρτύρησε την αιτία.

"Έστειλα στα παιδιά 4 κοτόπουλα ψημένα και τρελάθηκαν απ' την χαρά τους! Συγκινήθηκα!"

"Εγώ να δεις, εκείνη τη μέρα, άντρα μου!"

Όχι τώρα, το μεσημέρι, όταν μου το είπε, συγκινήθηκα κι εγώ.
Και ξέρεις γιατί;
Γιατί είναι απ' τις λίγες φορές που μου μαρτυράει τέτοιες "μικρές χαρές" ο άντρας μου!
Είναι ξέρετε... λεπτός και "λεπτεπίλεπτος...", όπως λέει.

Πάντα έτσι, άντρα μου!
"Ψητές" να είναι κι οι πράξεις σου, για να με καταλαβαίνεις!

Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2010

"Dum spiro, spero!"

Αυτό το blog είναι το δικό μου αφιέρωμα στο "Sea Duende" και στο πλήρωμά του.
Προέκυψε, ήταν εθελοντικό, όπως όλα ότι κάνω στα μπλογκς, δεν με υποχρέωσε κανένας, το αισθάνθηκα και αυτός ήταν ο δικός μου τρόπος προσέγγισης του θέματος.
Ότι νεότερο προκύψει και το μάθω, θα σας ενημερώσω εγκαίρως.
Εγώ πάντως, όσο ζω, ελπίζω!
"Dum spiro, spero!"

Η πίσω πλευρά του ρολογιού




Φεύγοντας κοίταξα κι αυτό το παιδί... στο grafity.
Αναρρωτήθηκα τι ήθελε να πει ο ζωγράφος.
Ίσως μου έλεγε: "Τι κατάφερες Κατερίνα;"

Τίποτα. Απολύτως τίποτα. Είχα δει όμως από κοντά, την πίσω όψη του ρολογιού... και όχι μόνο.

Δεν ξέρω αν θα ξαναπάω.
Ήταν μεγάλος ο καημός και βαρύ το φορτίο για την πλάτη μου.

Δίχτυ





Δίχτυ

Γερανός και παλιοσίδερα...








Πίνοντας τον καφέ, μεταξύ άλλων, ρώτησα τον καπετάνιο:

"Με λίγα λόγια, Μπάμπη. Υπάρχει ελπίδα το "SEA DUENTE" να ταξιδέψει ξανά;

Μου απάντησε στα ίσια και ομά:
"Ο φυσιολογικός θάνατος ενός καραβιού 40 χρόνων, είναι να πάει για παλιοσίδερα!"


Παρέλυσα. Το χαμόγελο εξαφανίστηκε μαζί με την ελπίδα και το όνειρο. Ήθελα να το δω να ξανα - ταξιδεύει κι εγώ έξω απ' το λιμάνι πια, να το φωτογραφίζω και να κουνάω το μαντήλι.
"Πρέπει να πάει για ανακύκλωση", μου είπε.
"Δηλαδή, θα γίνει ένα νέο καράβι;"
"Αυτό δεν το ξέρουμε. Σίδερο θα γίνει και όπου του τύχει θα χρησιμοποιηθεί... Μπορεί να γίνει καράβι, μπορεί να γίνει γέφυρα, μπορεί να γίνει γερανός..."
Εκείνη τη στιγμή τον καπετάνιο τον είδα σαν τον χειρότερο εχθρό μου.
"Μα, ήταν στο πρόγραμμα; Δεν είχατε να κάνετε άλλα ταξίδια;"
"Μα, για να δουλέψουμε ήρθαμε εδώ, τόσο εγώ, όσο και τα παιδιά. Δεν ήρθε κανένας για 3 και 5 μήνες να μείνει τουρίστας στο λιμάνι απλήρωτος!"
"Τότε, γιατί τώρα;"
"Γιατί τώρα χρεωκόπησε η Εταιρεία!"
"Πόσα χρόνια είσαι σ' αυτό το καράβι, Μπάμπη;"
"10 χρόνια!"
"Και δεν το πονάς; Σ' αυτό το καράβι, στα παλιοσίδερά του καθρεφτίζεται η ζωή σου και η ψυχή σου!"
Δεν μ' απάντησε. Έσκυψε το κεφάλι, μη δω τον πόνο του...

Από κει και πέρα, δεν ξαναρώτησα τίποτα. Ήξερα πια την κατάληξη του καραβιού κι ακόμα ήξερα, ότι σε εξέλιξη βρίσκεται η διαδικασία με κάποιον δικηγόρο για μηνύσεις κ.λ.π.

Τρέχα, γύρευε...
Σχεδόν τρέχοντας, έφυγα κι εγώ.
Δεν είχα τίποτ' άλλο να μάθω.

Κάτι μου έλεγε ο Ήλιος φεύγοντας... που μου ανέβασε το ηθικό και μου πότισε ξανά το λουλούδι της ελπίδας που μου είχε μαραθεί.
Τον φωτογράφησα, για να έχω αποδείξεις.

Κυριακή, 10 Ιανουαρίου 2010

Καφές "σκέτος", Ελληνικός...

Έμεινε μόνο ο μάγειρας, ο συμπαθέστατος Ινδός, ο Σάνναν που συμμάζεψε το τραπέζι και επέμενε να με κεράσει.

Τελικά, αν και δεν πίνω καφέ, για την επιμονή του και μόνο, τον δέχτηκα.

«Σκέτο Ελληνικό!» είπα στον καπετάνιο. Ταυτόχρονα και οι δυο με ξαναρώτησαν, μήπως δεν κατάλαβαν καλά.

«Σκέτο, καπετάνιε μου!»

Σκέτο, όπως σκέτα είναι και τα όνειρα των παιδιών. "Σκέτα". Χωρίς ζάχαρη, χωρίς μεροκάματο, χωρίς λεφτά, χωρίς όνειρα, χωρίς λύση, χωρίς ελπίδα, χωρίς εισιτήριο για την πατρίδα, χωρίς οικογένεια, χωρίς θάλασσες, χωρίς στεριές, χωρίς μεγάλο ενδιαφέρον από την Ελλάδα, χωρίς Ελλάδα…

Σκέτο... αν και λατρεύω τα γλυκά.

Εδώ αδελφή, φίλη!

Κάπου εκεί, τελείωσε και η κουβεντούλα μας.

Χαιρέτησα ένα ένα τα παιδιά, τους ευχαρίστησα, τους φίλησα κιόλας

(αν και δεν ήξερα τα έθιμά τους! Συγγνώμη γυναίκες! Εδώ αδελφή, φίλη!)

και μετά όλοι κατέβηκαν κάτω να ξεκουραστούν.

Πρώτη και τελευταία!

Τους ρώτησα αν "αυτό που έγινε τους έχει ξανασυμβεί" και είπαν:

«Όχι! Πρώτη φορά!»

Το κατάλαβα... με τα λίγα Αγγλικά που θυμάμαι.

Τους ευχήθηκα:

«Και τελευταία!»

«Φερστ τάιμ!» φώναξαν όλοι μαζί.

Με κατάλαβαν!

«Και τελευταία! Να μη ξαναγίνει!» συμπλήρωσε κι ο καπετάνιος και όλοι μαζί το επανέλαβαν ξανά:

«Φέρστ τάιμ! »

«First time

Ερώτηση κι Ευχαριστήρια για τον Βόλο

Μετά, αφού η ώρα ήδη είχε περάσει, είχα ξεφύγει κατά πολύ απ’ το ραντεβού που είχα με τον άντρα μου, (να τον αντικαταστήσω στη δουλειά), κι αφού ένιωσα ότι έκλεβα χρόνο από την μεσημεριάτικη ξεκούρασή τους, αφού τους ευχαρίστησα ξανά, γι’ αυτές τις καταθέσεις ψυχής, ρώτησα και μια τελευταία ερώτηση:

«Τον Βόλο πώς τον βλέπουν;»

Όλοι είχαν κάτι καλό να πουν. Όλοι κάτι συμπλήρωναν.


Πολλά καλά ειπώθηκαν. Λίγα πρόλαβα να κρατήσω στις σημειώσεις μου, καθότι δεν είμαι ούτε στενογράφος, ούτε δημοσιογράφος για να έχω μαγνητοφωνάκι, (αν και κάποτε… είχα τρία απ’ αυτά!), απλά είμαι άνθρωπος που ότι μ’ αρέσει, ότι μ’ αγγίζει, το πλησιάζω, δεν το φοβάμαι και είναι κάτι που πάντα μου έβγαινε αυθόρμητα και είναι αληθινό. Δεν είναι ούτε επάγγελμα, ούτε «δήθεν». Είναι στιγμή της ζωής μου και εμένα μου φτάνει. Κάποιους βέβαια τους ενοχλεί, αλλά έπαψε πια να με πειράζει.

Είπαν λοιπόν, μεταξύ πολλών:

«Πολύ καλή η συμπεριφορά των Βολιωτών!

Ήταν άψογη και παραμένει!

Φιλόξενοι!

Ευχαριστούν μέσα από την καρδιά τους, το Λιμεναρχείο Βόλου, τους λιμενεργάτες που αρκετές φορές τους προσέφεραν τρόφιμα και λεφτά από το υστέρημά τους.

Ευχαριστούν την Ιερά Μητρόπολη Βόλου, για την συμπαράσταση και την οικονομική βοήθεια.

Ευχαριστούν τον ΤΥΠΟ και τους δημοσιογράφους.

Ευχαριστούν τον παπά- Θόδωρο απ’ τον Άγιο Νικόλαο.»

Όλους όσους τους συμπαραστάθηκαν, ευχαριστούσαν.

Δεν προλάβαινα να τα σημειώσω όλα.

Και κάπου εκεί, είπε ο καπετάνιος ότι θα γράψει εκείνος ένα κείμενο, που θα τα καλύπτει όλα. Εξελίξεις και Ευχαριστήρια, οπότε θα μου τα δώσει και θα καλυφθεί ολοκληρωμένα το θέμα.

Τους ρώτησα αν θα ήθελαν να ξαναέρθουν στον Βόλο και απάντησαν όλοι ομόφωνα:

«Ναι!»

«Όποτε ταξιδέψουν ξανά με βαπόρι, θα χαρούν να ξαναέρθουν εδώ. Τον αγάπησαν και δεν τον μίσησαν λόγω του προβλήματός τους.

Κάποιοι είπαν, πως αν μπορέσουν, θα ξαναέρθουν ακόμα και για διακοπές."

Άλλη ερώτηση

Κάπου εκεί, αν και δύσκολο, ανέλαβα πάλι εγώ την συζήτηση, για να σπάσω εκείνη την μεγάλη σιωπή, που κούφαινε τ’ αυτιά μου…

Ζήτησα απ’ τον καπετάνιο, να τους ρωτήσει:


«Πώς νιώσανε την Πρωτοχρονιά που ήταν μακριά από τους δικούς τους;»


Και η απάντηση ήταν:

«Περιμένουν το 2010 να είναι καλύτερο απ’ το 2009!


Τους το ευχήθηκα ολόψυχα, με κινήσεις και με λόγια, βάζοντας και τα δυο χέρια στην καρδιά μου κι εκείνοι με κατάλαβαν πόσο το πίστευα και μου χαμογέλασαν πάλι με αγάπη, κάνοντας κι εκείνοι την ίδια κίνηση.

Ο καπετάνιος ο Χαράλαμπος Κουβουτσάκης


Τελείωσε το πλήρωμα και στράφηκα στον καπετάνιο:

«Εσύ καπετάνιε, τι έχεις να πεις; Εδώ, τώρα! Μπροστά στα παιδιά!» και χαμογέλασαν όλοι!

«Εγώ, τι; Να στείλω ευχές στην οικογένεια; Εγώ είμαι τυχερός. Είμαι Έλληνας, είμαι κοντά, θα τους δω. Το πλήρωμα σκέφτομαι. Εγώ είμαι στην χώρα μου, όλα είναι πιο εύκολα για μένα, ενώ γι’ αυτούς…»

Εκεί έπεσε γενική μελαγχολία. Τα χαμόγελα απ’ τα πρόσωπα όλα έσβησαν και φάνηκαν τα κουρασμένα χαρακτηριστικά των προσώπων τους. Λες και ξυπνήσαμε όλοι μας από ένα όμορφο όνειρο και δεν μας άρεσε η πραγματικότητα. Κανένας δεν μετέφρασε, αλλά είμαι σίγουρη πως όλοι κατάλαβαν καλά τι είπε ο καπετάνιος τους. Το είχαν αισθανθεί στο πετσί τους.

Τώρα ήξερα. Είχα ξύσει πληγές που ήδη αιμορραγούσαν…

Ένιωσα πολύ άσχημα. Ντράπηκα που ήμουνα Ελληνίδα και ήθελα από μέσα μου ν’ ανοίξει η γη να κρυφτώ. Ήμασταν όμως δεμένοι σε ένα πάρκινγκ της θάλασσας και όχι στην πραγματική στεριά…

Όπως, ούτε και στην πραγματική θάλασσα. Στο τσιμέντο, δίπλα, στα θολά νερά της…

Αν μπορούσα να γίνω αόρατη!

Αν μπορούσα να το σκάσω σαν τον κλέφτη, απ’ το παράθυρο…

Τα κοίταξα. Ήταν ανοιχτά μεν κάποια, μα τόσο στενά και μικρά που δεν χωρούσα.

Μετά...









Εδώ στο τέλος τις μπέρδεψα λιγάκι, γιατί τις είχα ξεχωρίσει για τα βιντεάκια.
Γράψ' τε λάθος!

Μετά...



Μετά...




Μετά...





Μετά...




Μετά...




Μετά...




Μετά...




Όλοι μαζί